σέρ(ρ)α

η, Ν
(ξεν. λ.) το θερμοκήπιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. serra].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σερ — (Cher). Νομός της Γαλλίας (έκτ. 7.235 τ. χλμ., 321.900 κάτ.) με πρωτεύουσα την πόλη Μπουρζ (Bourges). Ο νομός είναι καθαρά αγροτικός. Υπάρχουν εκεί μεγάλες εκτάσεις καλλιεργημένες με σιτηρά, καθώς και αμπελώνες που παράγουν εκλεκτό κρασί.… …   Dictionary of Greek

  • σερ — ο (λ. αγγλ.), τιμητικός τίτλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σερ(γ)ιάνι, το — και σιρ(γ)ιάνι, το (λ. τουρκ.), περίπατος, βόλτα: Βγήκε για σεργιάνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γκίλγουντ, Τζον, σερ — (Sir John Gielgud, Λονδίνο 1904 – 2002). Βρετανός ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας. Θεωρήθηκε ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς όλων των εποχών. Καταγόταν από οικογένεια θεατρικών ηθοποιών, σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Κινηματογράφου… …   Dictionary of Greek

  • Ρόλι, σερ Γουόλτερ — (Raleigh, Χέις, Ντέβονσαϊρ 1552 – Λονδίνο 1618). Άγγλος θαλασσοπόρος και συγγραφέας. Αντιναύαρχος και διοικητής της σωματοφυλακής της βασίλισσας Eλισάβετ, στάλθηκε στον Νέο Κόσμο με τη διαταγή να αποικίσει τα βορειοαμερικανικά εδάφη που… …   Dictionary of Greek

  • Ρόμπινσον, σερ Ρόμπερτ — (Robinson, Μπάφορντ, Τσέστερφιλντ 1886 – Γκρέιτ Μίσεντεν 1975). Άγγλος χημικός. Ρόμπινσον, σερ ΡόμπερτΑφού δίδαξε οργανική χημεία σε διάφορα αγγλικά πανεπιστήμια, από το 1930 έως το 1955 διετέλεσε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από… …   Dictionary of Greek

  • Σίντνεϊ, σερ Φίλιπ — (Sidney). Άγγλος ποιητής και πολιτικός (Πένσχερστ, Κεντ 1554 Άρνχεμ, Ολλανδία 1586). Σπούδασε στην Οξφόρδη και ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη. Πέθανε στην Ολλανδία από τραύμα που δέχτηκε στον πόλεμο εναντίον των Ισπανών. Σε μια περίοδο που είχε… …   Dictionary of Greek

  • Στάνλεϋ, σερ Χένρυ Μόρτον — (Stanley). Βρετανός δημοσιογράφος και εξερευνητής (Ντενμπάι 1840 Λονδίνο 1901). Το πραγματικό του όνομα ήταν Τζέιμς Ρόουλαντς, αλλά πήρε το όνομα του θετού πατέρα του, ενός έμπορου της Λουιζιάνας, ο οποίος ανάλαβε το παιδί, που είχε δραπετεύσει… …   Dictionary of Greek

  • Στηλ, σερ Ρίτσορντ — (Steel). Άγγλος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και πολιτικός (Δουβλίνο 1672 Κάμαρθεν 1729). Σπούδασε στην Οξφόρδη, ακολούθησε όμως το επάγγελμα του στρατιωτικού και το 1700 έγινε λοχαγός. Ασχολήθηκε έπειτα με τη δημοσιογραφία και την πολιτική και… …   Dictionary of Greek

  • Φουκς, σερ Έρνεστ Βίβιαν — (Fuchs, Φρέσγουοτερ, Γουάιτ 1908 – Κέιμπριτζ 1999). Άγγλος εξερευνητής και γεωλόγος. Έλαβε μέρος σε πολλές αποστολές με επιστημονικό χαρακτήρα στη Γροιλανδία, την Ανατολική Αφρική και στα νησιά Φόλκλαντ. Το 1957 58 επιχείρησε για πρώτη φορά και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.